Μετάφραση του "behindern" σε Ελληνικά

Οι παρεμποδίζω, εμποδίζω, δυσκολεύω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "behindern" σε Ελληνικά.

behindern verb γραμματική

ins Bockshorn jagen (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • παρεμποδίζω

    verb

    Auf der Einzelhandelsstufe wird weder der Wettbewerb innerhalb einer Marke noch der zwischen Marken behindert.

    Σε επίπεδο λιανικής πώλησης δεν παρεμποδίζεται ούτε ο ενδοσηματικός ανταγωνισμός ούτε ο διασηματικός ανταγωνισμός.

  • εμποδίζω

    verb

    Eine zu geringe Lichtstärke kann das Auffinden behindern.

    Μια υπέρμετρα χαμηλή φωτεινή ένταση μπορεί να εμποδίσει τον εντοπισμό αυτό.

  • δυσκολεύω

    verb
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ενοχλώ
    • καταστέλλω
    • παρακωλύω
    • μπουρδουκλώνω
    • σαστίζω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " behindern " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Behindern Noun γραμματική
+ Προσθήκη

"Behindern" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Behindern στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "behindern"

Φράσεις παρόμοιες με "behindern" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "behindern" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη