Μετάφραση του "Behinderte" σε Ελληνικά
Το ανάπηρη είναι η μετάφραση του "Behinderte" σε Ελληνικά.
Behinderte
Noun
noun
masculine
feminine
γραμματική
-
ανάπηρη
nounLara muss nicht das Leben einer Behinderten leben, nur weil ihre Eltern behindert sind.
Η Λάρα δεν πρέπει να γίνει ανάπηρη... μόνο και μόνο επειδή είναι οι γονείς της!
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Behinderte " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
behinderte
verb
+
Προσθήκη μετάφρασης
Προσθήκη
"behinderte" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το behinderte στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Φράσεις παρόμοιες με "Behinderte" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
άτομο με ειδικές ανάγκες · ανάπηρος
-
εργαζόμενος με ειδικές ανάγκες
-
αυτονομία των ατόμων με ειδικές ανάγκες
-
μέσα διευκόλυνσης των ατόμων με ειδικές ανάγκες
-
άτομο με διανοητική μειονεξία
-
ανάπηρος
-
δυσκολεύω · εμποδίζω · ενοχλώ · καταστέλλω · μπουρδουκλώνω · παρακωλύω · παρεμποδίζω · σαστίζω
-
ενσωμάτωση των ατόμων με ειδικές ανάγκες
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη