Μετάφραση του "behindert" σε Ελληνικά

Το ανάπηρος είναι η μετάφραση του "behindert" σε Ελληνικά.

behindert adjective verb γραμματική

gehandikapt (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανάπηρος

    noun

    Ich stelle mir das schwierig vor, schwul und behindert zu sein.

    Πρέπει να είναι πολύ δύσκολο να είσαι και γκέι και ανάπηρος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " behindert " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "behindert"

Φράσεις παρόμοιες με "behindert" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "behindert" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη