Μετάφραση του "Inhaberin" σε Ελληνικά

Οι ιδιοκτήτης, ιδιοκτήτρια, κάτοχος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Inhaberin" σε Ελληνικά.

Inhaberin Noun noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ιδιοκτήτης

    noun masculine

    Inhaberin der Widerspruchsmarke oder des Widerspruchszeichens:

    Ιδιοκτήτης του σήματος για το οποίο ασκήθηκε ανακοπής:

  • ιδιοκτήτρια

    noun

    Die Inhaberin einer Kneipe war stets bewaffnet und wurde von vielen gefürchtet.

    Μια γυναίκα που ήταν ιδιοκτήτρια μπαρ οπλοφορούσε, και πολλοί τη φοβούνταν.

  • κάτοχος

    Noun

    Dass die Klägerin Inhaberin der Vertriebsrechte sei, sei nicht entscheidend.

    Το στοιχείο ότι η προσφεύγουσα είναι κάτοχος των δικαιωμάτων διανομής δεν είναι κρίσιμο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Inhaberin " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Inhaberin" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη