Μετάφραση του "invulnerable" σε Ελληνικά
Οι άτρωτος, απυρόβλητος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "invulnerable" σε Ελληνικά.
invulnerable
adjective
γραμματική
Incapable of being wounded, or of receiving injury; not vulnerable. [..]
-
άτρωτος
My neighbor's dog's been keeping me awake, and seems strangely invulnerable to poison.
Ο σκύλος του γείτονα δεν μ αφήνει να κοιμηθώ, και παραδόξως δείχνει άτρωτος στη φόλα.
-
απυρόβλητος
Adjective
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " invulnerable " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη