Μετάφραση του "involvement" σε Ελληνικά

Οι συμμετοχή, ανάμειξη, ανάμιξη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "involvement" σε Ελληνικά.

involvement noun γραμματική

The act of involving, or the state of being involved. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • συμμετοχή

    noun feminine

    the act of involving or state of being involved [..]

    Has been actively involved in the repression of civil society in Belarus.

    Έχει ενεργό συμμετοχή στην καταστολή ενάντια στην κοινωνία των πολιτών της Λευκορωσίας.

  • ανάμειξη

    noun feminine

    the act of involving or state of being involved [..]

    Your involvement must not be known to anyone, except those you implicitly trust.

    Η ανάμειξη σου δεν πρέπει να γίνει γνωστή, εκτός σε αυτούς που εμπιστεύεσαι απόλυτα.

  • ανάμιξη

    noun

    All I know is everything went sideways, as always when you're involved.

    Ξέρω μόνο ότι όλα πήγαν στραβά, όπως πάντα όταν έχεις ανάμιξη.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • εμπλοκή
    • ενδιαφέρον
    • περιπλοκή
    • δεσμός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " involvement " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "involvement" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • συμμετοχή της κοινότητας
  • αναμειγνύομαι
  • μάχιμος
  • εμπλέκω · προϋποθέτω · συμπεριλαμβάνω · συνεπάγομαι
  • εμπλεκόμενο μέρος
  • να αναμειχθω πολυ
  • ανακατεύω · αναμειγνύω · εμπλέκω · ενέχω · περικλείω · περιλαμβάνω · προϋποθέτω · συνεπάγομαι · χρειάζομαι
  • αποχή
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "involvement" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη