Μετάφραση του "Learning" σε Ελληνικά
Οι Μάθηση, εκμάθηση, μάθηση, εκμάθηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Learning" σε Ελληνικά.
Learning
-
Μάθηση, εκμάθηση
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Learning " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
learning
noun
verb
γραμματική
Present participle of learn. [..]
-
μάθηση
nounSchool is for learning!
Το σχολίο είνα γιά να μάθηση!
-
εκμάθηση
noun feminineLanguage learning is for all citizens, throughout their lives.
Η εκμάθηση γλωσσών θα πρέπει να γίνεται από όλους τους πολίτες, καθ' όλη τη διάρκεια της ζωής τους.
-
γνώση
noun feminineSpecial attention should be paid to workers with new learning needs.
Πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή σε εκείνους που εργάζονται ήδη και έχουν ανάγκη νέων γνώσεων.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- γνώσεις
- μόρφωση
- σοφία
- πολυμάθεια
- Μάθηση
- κατάκτηση
- μάθος
- απόκτηση γνώσεων
Φράσεις παρόμοιες με "Learning" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
μαθαίνοντας
-
Εκμάθηση γλώσσας με τη βοήθεια / υποστήριξη υπολογιστή
-
παρ' το απόφαση
-
εγγράμματος · λόγιος · πολυμαθής · σοφός
-
μαθησιακή διεργασία
-
στρατηγική μάθησης
-
Εκμάθηση γλώσσας με τη βοήθεια / υποστήριξη υπολογιστή
-
Θεωρίες μάθησης
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη