Μετάφραση του "learnedness" σε Ελληνικά
Οι γνώσεις, μόρφωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "learnedness" σε Ελληνικά.
learnedness
noun
γραμματική
The quality of being learned. [..]
-
γνώσεις
noun -
μόρφωση
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " learnedness " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη