Μετάφραση του "learned" σε Ελληνικά

Οι πολυμαθής, εγγράμματος, λόγιος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "learned" σε Ελληνικά.

learned adjective verb γραμματική

(poetic) Alternative spelling of learned. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πολυμαθής

    adjective

    My learned patient is not above substituting brandy for cocoa.

    Ο πολυμαθής ασθενής μου το αντικαθιστά με μπράντι.

  • εγγράμματος

    masculine

    having much learning

  • λόγιος

    adjective masculine

    having much learning

    I am not learned, but I have as good feelings as any man.

    Δεν είμαι λόγιος, όμως έχω τόσο καλά αισθήματα, όσο κάθε άνθρωπος.

  • σοφός

    Adjective Noun

    And our three learned gentlemen will be disposed of along with our lab.

    Κι οι τρεις σοφοί μας θα εξαφανιστούν μαζί με το εργαστήριό τους.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " learned " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "learned" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "learned" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη