Μετάφραση του "learner" σε Ελληνικά

Οι μαθητευόμενος, μαθητής, σπουδαστής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "learner" σε Ελληνικά.

learner noun γραμματική

One that is learning [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μαθητευόμενος

    noun

    Comments that learners make or questions they ask can also lead to teaching moments.

    Σχόλια που κάνουν οι μαθητευόμενοι ή ερωτήσεις που κάνουν μπορούν επίσης να οδηγήσουν σε στιγμές διδασκαλίας.

  • μαθητής

    noun masculine

    I may be a slow learner, but eventually I catch on.

    Μπορεί να είμαι κακός μαθητής, αλλά τελικά μαθαίνω.

  • σπουδαστής

    noun

    Is there a contract between the learner and the employer or is the learner paid and what is the role of the social partners?

    Υπάρχει σύμβαση μεταξύ του σπουδαστή και του εργοδότη, ο σπουδαστής αμείβεται, και ποιος είναι ο ρόλος των κοινωνικών εταίρων;

  • αρχάριος

    noun

    791) Thus, different languages require quite different thought patterns, making it difficult for a new learner to ‘think in the language.’

    791) Επομένως, οι διαφορετικές γλώσσες απαιτούν εντελώς διαφορετικά πρότυπα σκέψης, γι’ αυτό και ο αρχάριος δυσκολεύεται να “σκεφτεί στη γλώσσα”.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " learner " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "learner" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "learner" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη