Μετάφραση του "Suspend" σε Ελληνικά

Οι Αναρτώ, αναβάλλω, αναστέλλω, διακόπτω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Suspend" σε Ελληνικά.

Suspend
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Αναρτώ, αναβάλλω

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Suspend " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

suspend verb γραμματική

To halt something temporarily [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αναστέλλω

    verb

    To halt temporarily

    They were suspending rather than terminating production .

    Οι γεωργοί μάλλον ανέστειλαν παρά έπαυσαν τη γαλακτοκομική τους παραγωγή .

  • διακόπτω

    verb

    Italy shall suspend all aid payments from the date of notification of this Decision.

    Η Ιταλία διακόπτει όλες τις καταβολές ενισχύσεων από την ημερομηνία γνωστοποίησης της παρούσας απόφασης.

  • αναστολή

    noun

    To halt a process temporarily.

    I declare voting suspended to make way for the formal sitting.

    Κηρύσσω την αναστολή της ψηφοφορίας για να γίνει η πανηγυρική συνεδρίαση.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αίρω
    • κρεμώ
    • καθυστερώ
    • αναρτώ
    • απομακρύνω προσωρινά
    • αποσύρω
    • καταλύω
    • αιωρούμαι
    • αναστέλλομαι
    • σηκώνω
    • υψώνω
    • αποβάλλω προσωρινά
    • θέτω σε διαθεσιμότητα
    • θέτω φραγμό, -ούς

Φράσεις παρόμοιες με "Suspend" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αναστολή εκτέλεσης ποινής · ποινή με ανσστολή
  • Τιράντες · ζαρτιέρα · τιράντα · τιράντες
  • ανακλητικός
  • τιράντα · τιράντες
  • κρεμασμένος · με αναστολή · σε διαθεσιμότητα · τιμωρημένος
  • ανασταλτός
  • πιατίνι
  • αναστέλλω · αποβάλλω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Suspend" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη