Μετάφραση του "suspect" σε Ελληνικά
Οι υποπτεύομαι, ύποπτος, υποψιάζομαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "suspect" σε Ελληνικά.
(transitive) To imagine or suppose (something) to be true without evidence. [..]
-
υποπτεύομαι
verbhave suspicion [..]
Still single, of course, and I suspect still pining for you.
Ανύπαντρος ακόμα και υποπτεύομαι πως ακόμα μαραζώνει για σένα.
-
ύποπτος
noun [+Γεν.] masculineperson suspected of something [..]
Tom was the lead suspect.
Ο Τοm ήταν ο κύριος ύποπτος.
-
υποψιάζομαι
verbBeneath all that charm, there is a shrewd businesswoman I suspect!
Πίσω από όλη αυτή τη γοητεία, υπάρχει μια επιχειρηματίας, υποψιάζομαι!
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ύποπτη
- δυσπιστώ
- αμφιβάλλω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " suspect " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Suspect (film)
"Suspect" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Suspect στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Φράσεις παρόμοιες με "suspect" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
υποπτεύομαι
-
καταγγελόμενος · πιθανολογούμενος · υποτιθέμενος · υποψίες για · φερόμενος · ύποπτος (+ουσ.) · ύποπτος [+Γεν.] · ύποπτος για
-
οι γνωστοί άγνωστοι
-
υπάρχουν υποψίες ότι
-
υποπτεύομαι