Μετάφραση του "suspected" σε Ελληνικά
Οι καταγγελόμενος, πιθανολογούμενος, υποτιθέμενος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "suspected" σε Ελληνικά.
suspected
adjective
verb
γραμματική
Of something or one believed to be of cause or at fault. [..]
-
καταγγελόμενος
-
πιθανολογούμενος
-
υποτιθέμενος
Your so- called deputy here tipped the suspects off
Ο υποτιθέμενος βοηθός σου, ειδοποίησε τους υπόπτους
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- υποψίες για
- φερόμενος
- ύποπτος (+ουσ.)
- ύποπτος [+Γεν.]
- ύποπτος για
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " suspected " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "suspected" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
υποπτεύομαι
-
οι γνωστοί άγνωστοι
-
αμφιβάλλω · δυσπιστώ · υποπτεύομαι · υποψιάζομαι · ύποπτη · ύποπτος
-
υπάρχουν υποψίες ότι
-
αμφιβάλλω · δυσπιστώ · υποπτεύομαι · υποψιάζομαι · ύποπτη · ύποπτος
-
υποπτεύομαι
-
αμφιβάλλω · δυσπιστώ · υποπτεύομαι · υποψιάζομαι · ύποπτη · ύποπτος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη