Μετάφραση του "wean" σε Ελληνικά

Οι απογαλακτίζω, απογαλακτίζομαι, μωρό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "wean" σε Ελληνικά.

wean verb noun γραμματική

(transitive) To cease giving milk to an offspring. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • απογαλακτίζω

    verb

    to cease giving milk [..]

  • απογαλακτίζομαι

    verb

    to cease to depend on the mother for nourishment

  • μωρό

    noun adjective
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " wean " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "wean" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • απογαλακτισμός
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "wean" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη