Μετάφραση του "adjoin" σε Ελληνικά
Οι γειτονεύω, αγγίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "adjoin" σε Ελληνικά.
adjoin
verb
γραμματική
(transitive) To be in contact or connection with. [..]
-
γειτονεύω
verb -
αγγίζω
verb
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " adjoin " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη