Μετάφραση του "adjoining" σε Ελληνικά

Οι γειτονικός, παρακείμενος, προσκείμενος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "adjoining" σε Ελληνικά.

adjoining adjective verb γραμματική

Being in contact at some point or line; joining to; contiguous; bordering: an adjoining room. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • γειτονικός

    adjective masculine

    Airspace in adjoining areas will be locked down.

    Ο γειτονικός εναέριος χώρος θα αποκλειστεί.

  • παρακείμενος

    adjective masculine

    In this sense, competition between PPCs even extends beyond adjoining segments.

    Κατ' αυτήν την έννοια, ο ανταγωνισμός μεταξύ των PPC υπερβαίνει ακόμα και τα παρακείμενα τμήματα.

  • προσκείμενος

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " adjoining " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "adjoining" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αγγίζω · γειτονεύω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "adjoining" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη