Μετάφραση του "apply" σε Ελληνικά
Οι εφαρμόζω, εφαρμογή, θέτω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "apply" σε Ελληνικά.
(transitive) To lay or place; to put or adjust (one thing to another);—with to; as, to apply the hand to the breast; to apply medicaments to a diseased part of the body. [..]
-
εφαρμόζω
verbTo put into operation or to use.
These provisions apply mutatis mutandis to grant decisions.
Οι ανωτέρω διατάξεις εφαρμόζονται αναλόγως στις αποφάσεις επιχορήγησης.
-
εφαρμογή
noun feminineTo put into operation or to use.
Elsewhere, no particular difficulties are being encountered in applying the directives.
Επίσης, η αποτελεσματική εφαρμογή των οδηγιών δεν παρουσιάζει ιδιαίτερες δυσκολίες.
-
θέτω
verbIf the vehicle is fitted with a parking brake, it must be applied.
Εάν το όχημα είναι εφοδιασμένο με χειρόφρενο, αυτό πρέπει να έχει τεθεί σε λειτουργία.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- παρέχω
- δέχομαι
- αιτώ
- φορώ
- βάζω
- υποβάλλω αίτηση
- ισχύω
- αφορώ
- χρησιμοποιώ
- ασκώ
- απευθύνομαι
- δίνω
- τοποθετώ
- αξιοποιώ
- επαλείφω
- επιχρίω
- εφαρμόζομαι
- επιθέτω
- επιδίδομαι
- στρώνω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " apply " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
-
Εφαρμόζω
It shall apply as from 1 August 2005.
Εφαρμόζεται από την 1η Αυγούστου 2005.
Εικόνες με "apply"
Φράσεις παρόμοιες με "apply" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
εφαρμογή
-
εφαρμοζόμενη τάση
-
Εφαρμοσμένη μηχανική
-
εφαρμόζω αυστηρότερο (+ουσ.)
-
εφαρμοσμένη ηθική
-
Εφαρμοσμένες επιστήμες · επιστήμη της μηχανικής · εφαρμοσμένες επιστήμες · εφαρμοσμένη επιστήμη · τεχνολογία
-
συσχετισμένη μείωση
-
εφαρμοσμένη ψυχολογία