Μετάφραση του "appoint" σε Ελληνικά

Οι διορίζω, ορίζω, αναθέτω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "appoint" σε Ελληνικά.

appoint verb γραμματική

(transitive): To fix with power or firmness; to establish; to mark out. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • διορίζω

    verb

    Each institution shall appoint its internal auditor in accordance with arrangements adapted to its specific features and requirements.

    Κάθε όργανο διορίζει τον εσωτερικό ελεγκτή του σύμφωνα με κανόνες προσαρμοσμένους στις ιδιαιτερότητες και τις ανάγκες του.

  • ορίζω

    verb

    The Committee may also appoint independent experts to advise it on specific questions.

    Η επιτροπή μπορεί επίσης να ορίζει ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες για να εκφέρουν τη γνώμη τους σε συγκεκριμένα ζητήματα.

  • αναθέτω

    verb

    They just got appointed a case worker who decided to keep them on life support.

    Τους ανατέθηκε ένας λειτουργός, που αποφάσισε να τους κρατήσει στην ζωή.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • καθορίζω
    • τάσσω
    • βάζω
    • εξοπλίζω
    • αναγορεύω σε
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " appoint " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "appoint" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "appoint" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη