Μετάφραση του "applying" σε Ελληνικά
Το εφαρμογή είναι η μετάφραση του "applying" σε Ελληνικά.
applying
noun
verb
γραμματική
Present participle of apply. [..]
-
εφαρμογή
noun feminineElsewhere, no particular difficulties are being encountered in applying the directives.
Επίσης, η αποτελεσματική εφαρμογή των οδηγιών δεν παρουσιάζει ιδιαίτερες δυσκολίες.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " applying " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "applying" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αιτώ · αξιοποιώ · απευθύνομαι · ασκώ · αφορώ · βάζω · δέχομαι · δίνω · επαλείφω · επιδίδομαι · επιθέτω · επιχρίω · εφαρμογή · εφαρμόζομαι · εφαρμόζω · θέτω · ισχύω · παρέχω · στρώνω · τοποθετώ · υποβάλλω αίτηση · φορώ · χρησιμοποιώ
-
εφαρμοζόμενη τάση
-
Εφαρμοσμένη μηχανική
-
εφαρμόζω αυστηρότερο (+ουσ.)
-
εφαρμοσμένη ηθική
-
Εφαρμοσμένες επιστήμες · επιστήμη της μηχανικής · εφαρμοσμένες επιστήμες · εφαρμοσμένη επιστήμη · τεχνολογία
-
συσχετισμένη μείωση
-
εφαρμοσμένη ψυχολογία
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη