Μετάφραση του "appointed" σε Ελληνικά
Οι καθορισμένος, ταχθείς είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "appointed" σε Ελληνικά.
appointed
adjective
verb
γραμματική
Simple past tense and past participle of appoint. [..]
-
καθορισμένος
adjective -
ταχθείς
Six months ago, a committee was appointed to form a constitution.
Πριv 6 μήvες έβαλαv μια επιτρoπή vα συvτάξει Σύvταγμα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " appointed " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "appointed" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
που ορίζει το δικαστήριο
-
νεοδιόριστος
-
Λεπτομέρειες συναντήσεων
-
γενική παροχή πληρεξουσιότητας
-
ανάθεση εργασίας · αξίωμα · διορισμός · ραντεβού · συνάντηση · συνέντευξη
-
βιβλίο συναντήσεων
-
αναθέτω · διορίζω
-
εξουσία διορισμού
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη