Μετάφραση του "appointee" σε Ελληνικά
Το εντεταλμένος είναι η μετάφραση του "appointee" σε Ελληνικά.
appointee
noun
γραμματική
a person who is appointed [..]
-
εντεταλμένος
particle masculineAn appointee of King Cyrus over the first exiles returning from Babylon.
Ο εντεταλμένος του Βασιλιά Κύρου στη θέση του επικεφαλής των πρώτων εξορίστων που επέστρεψαν από τη Βαβυλώνα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " appointee " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη