Μετάφραση του "conductive" σε Ελληνικά
Το αγώγιμος είναι η μετάφραση του "conductive" σε Ελληνικά.
conductive
adjective
γραμματική
of, or relating to conductivity of a material [..]
-
-
αγώγιμος
adjective masculineable to conduct electrical current or heat
The boy's sweat glands aren't fully developed, so he wouldn't be as conductive.
Οι ιδρωτοποιοί αδένες δεν είναι ανεπτυγμένοι άρα δεν είναι αγώγιμος.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " conductive " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "conductive" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αγώγιμο μελάνι
-
επιφανειακή αγωγιμότητα
-
αγωγιμότητα εδάφους
-
ιπποτισμός
-
διεγαγω,πραγματοποιω
-
Άγω, διεξάγω
-
Ανιχνευτής θερμικής αγωγιμότητας
-
Ηλεκτρική αγωγιμότητα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη