Μετάφραση του "decrease" σε Ελληνικά
Οι μειώνω, λιγοστεύω, μειώνομαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "decrease" σε Ελληνικά.
decrease
verb
noun
γραμματική
(intransitive) Of a quantity, to become smaller. [..]
-
μειώνω
verbmake smaller
I don't know if modern technology increases unemployment, or rather decreases it.
Δεν ξέρω αν η σύγχρονη τεχνολογία αυξάνει την ανεργία ή αν τη μειώνει.
-
λιγοστεύω
verbbecome smaller [..]
-
μειώνομαι
verbbecome smaller [..]
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ελαττώνω
- μείωση
- ελάττωση
- πτώση
- ύφεση
- απομείωση
- ελαττώνομαι
- συντομεύω
- καταβιβασμός
- μειώνώ
- χαμήλωμα
- χαμηλώνω
- κατεβάζω
- καταδέχομαι
- καταβιβάζω
- κατέβασμα
- περιορίζω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " decrease " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Decrease
-
Μείωση, ελάττωση
Εικόνες με "decrease"
Φράσεις παρόμοιες με "decrease" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
πτώση τάσης
-
συσχετισμένη μείωση
-
πτωτικός · φθίνουσα · φθίνων
-
φθίνουσα
-
φθίνουσα συνάρτηση
-
μείωση αποθέματος
-
ελαττώνω · λιγοστεύω · μειώνομαι · μειώνω
-
Φωτεινότητα, ελάττωση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη