Μετάφραση του "decreasing" σε Ελληνικά
Οι πτωτικός, φθίνουσα, φθίνων είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "decreasing" σε Ελληνικά.
Present participle of decrease. [..]
-
πτωτικός
adjective masculineThe financial funds for Russia have been on a decreasing trend.
Τα χορηγούμενα στη Ρωσία χρηματοδοτικά κονδύλια παρουσιάζουν πτωτική τάση.
-
φθίνουσα
The diminishing balance method results in a decreasing charge over the useful life.
Κατά τη μέθοδο του φθίνοντος υπολοίπου γίνεται μία φθίνουσα επιβάρυνση των αποτελεσμάτων κατά τη διάρκεια της ωφέλιμης ζωής.
-
φθίνων
adjective masculineThe diminishing balance method results in a decreasing charge over the useful life.
Κατά τη μέθοδο του φθίνοντος υπολοίπου γίνεται μία φθίνουσα επιβάρυνση των αποτελεσμάτων κατά τη διάρκεια της ωφέλιμης ζωής.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " decreasing " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "decreasing" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Μείωση, ελάττωση
-
πτώση τάσης
-
συσχετισμένη μείωση
-
φθίνουσα
-
φθίνουσα συνάρτηση
-
μείωση αποθέματος
-
απομείωση · ελάττωση · ελαττώνομαι · ελαττώνω · κατέβασμα · καταβιβάζω · καταβιβασμός · καταδέχομαι · κατεβάζω · λιγοστεύω · μείωση · μειώνομαι · μειώνω · μειώνώ · περιορίζω · πτώση · συντομεύω · χαμήλωμα · χαμηλώνω · ύφεση
-
ελαττώνω · λιγοστεύω · μειώνομαι · μειώνω