Μετάφραση του "impossibility" σε Ελληνικά

Οι αδυναμία, αδύνατο, το ανέφικτο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "impossibility" σε Ελληνικά.

impossibility noun γραμματική

Something that is impossible. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αδυναμία

    noun feminine

    The quality of being impossible [..]

    It is thus a real and practical impossibility for transport operators to find an alternative.

    Επομένως, υφίσταται μία πραγματική και πρακτική αδυναμία εξευρέσεως εναλλακτικής λύσεως για τις επιχειρήσεις μεταφοράς.

  • αδύνατο

    adjective neuter

    The quality of being impossible

    It is impossible for a nation to ever forgive an act so horrible.

    Είναι αδύνατο για ένα έθνος να συγχωρήσει κάποτε μια πράξη τόσο φρικτή.

  • το ανέφικτο

    noun

    Sorry, sir, but there's the possible and the impossible.

    Συγνώμη, κύριε, αλλά υπάρχει το εφικτό και το ανέφικτο.

  • το απραγματοποίητο

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " impossibility " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "impossibility" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Αδύνατος, ανέφικτος
  • αδύνατη κατάσταση · ανυπόφορη κατάσταση
  • φύσει αδύνατο
  • καταφέρνω το ακατόρθωτο
  • δεν έχεις τον Θεό σου · δεν αντέχεσαι · δεν παίζεσαι · δεν υποφέρεσαι · είσαι ανυπόφορος · είσαι απίστευτος · εσύ δεν τρώγεσαι με τίποτα
  • άπιαστο όνειρο · απαγορευμένος καρπός
  • αδυναμία · το ανέφικτο · το απραγματοποίητο
  • Είχε γίνει ανυπόφορη
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "impossibility" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη