Μετάφραση του "imposition" σε Ελληνικά

Οι φόρος, απάτη, επιβολή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "imposition" σε Ελληνικά.

imposition noun γραμματική

The act of imposing, laying on, affixing, enjoining, inflicting, obtruding, and the like. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • φόρος

    noun masculine

    One of these problems is the imposition of what he refers to as the listeria O criterion.

    Ένα από τα προβλήματα αυτά είναι ο φόρος που εκείνος αποκαλεί κριτήριο λιστερίαση 0.

  • απάτη

    noun feminine
  • επιβολή

    This was done with a view to the possible retroactive imposition of anti-dumping duties.

    Αυτό έγινε με σκοπό την ενδεχόμενη αναδρομική επιβολή των δασμών αντιντάμπινγκ.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " imposition " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "imposition" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη