Μετάφραση του "imposter" σε Ελληνικά
Οι αγύρτης, υποκριτής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "imposter" σε Ελληνικά.
imposter
noun
γραμματική
Someone who attempts to deceive by using an assumed name or identity or other devious disguise. [..]
-
αγύρτης
noun masculineSir, one of these men is an imposter, sir.
Κύριε, ένας από αυτούς τους ανθρώπους, είναι αγύρτης, κύριε.
-
υποκριτής
noun masculine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " imposter " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "imposter" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
βάση στήριξης καμάρας · δασμός · τέλος · φόρος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη