Μετάφραση του "insufficiency" σε Ελληνικά

Οι ανεπάρκεια, έλλειψη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "insufficiency" σε Ελληνικά.

insufficiency noun γραμματική

The lack of sufficiency; the shortage or inadequacy of. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανεπάρκεια

    noun feminine

    the lack of sufficiency; a shortage or inadequacy

    This weakness is paralleled by the insufficient number of follow-up inspections on the ground.

    Αυτή η αδυναμία συνδέεται άμεσα με την ανεπάρκεια των επιτόπιων συμπληρωματικών ελέγχων .

  • έλλειψη

    noun feminine

    There seems to be signs of duress, on top of insufficient evidence.

    Φαίνεται να υπάρχουν ίχνη απειλής, εκτός από την έλλειψη αποδεικτικών στοιχείων.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " insufficiency " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "insufficiency" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "insufficiency" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη