Μετάφραση του "Insufficient" σε Ελληνικά
Οι Ανεπαρκής, ελλιπής, ανεπαρκής, ελλιπής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Insufficient" σε Ελληνικά.
Insufficient
-
Ανεπαρκής, ελλιπής
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Insufficient " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
insufficient
adjective
γραμματική
Not sufficient. [..]
-
ανεπαρκής
adjective masculine, feminineNot sufficient
In Poland, insufficient technical infrastructure in rural areas constitutes one of the main barriers to development.
Στην Πολωνία, η ανεπαρκής τεχνική υποδομή σε αγροτικές περιοχές αποτελεί ένα από τα κύρια εμπόδια για την ανάπτυξη.
-
ελλιπής
Coordination of its national energy policy with the policies of neighbouring countries is insufficient.
Ο συντονισμός της εθνικής ενεργειακής της πολιτικής με τις πολιτικές των γειτονικών χωρών είναι ελλιπής.
Φράσεις παρόμοιες με "Insufficient" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ανεπαρκής κόληση
-
έλλειψη · ανεπάρκεια
-
ανεπαρκώς
-
ανεπαρκώς
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη