Μετάφραση του "makeover" σε Ελληνικά

Οι μεταμόρφωση, ανακαίνιση, αναμόρφωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "makeover" σε Ελληνικά.

makeover noun γραμματική

A major change in the use of something, or in the appearance of something or someone; a radical transformation [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μεταμόρφωση

    noun
  • ανακαίνιση

    noun
  • αναμόρφωση

    noun | αισθητική, κοινωνική, κτλ.
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ανανέωση
    • ανάπλαση
    • αναβάθμιση
    • αναδημιουργία
    • αναδιοργάνωση
    • αναζωογόνηση
    • αποκατάσταση
    • σενιάρισμα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " makeover " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "makeover" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ριζική αναμόρφωση · ριζική μεταλλαγή · ριζικός μετασχηματισμός
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "makeover" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη