Μετάφραση του "obstructionism" σε Ελληνικά
Οι κωλυσιεργία, παρεμπόδιση, παρακώλυση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "obstructionism" σε Ελληνικά.
obstructionism
noun
γραμματική
A deliberate policy of obstructing something, especially a political process or body. [..]
-
κωλυσιεργία
nounSadovic has been criticised by his own SDA for obstructionism
Ο Σάντοβιτς έχει επικριθεί από το δικό του SDA για κωλυσιεργία
-
παρεμπόδιση
noun -
παρακώλυση
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " obstructionism " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη