Μετάφραση του "workaholic" σε Ελληνικά

Το εργασιομανής είναι η μετάφραση του "workaholic" σε Ελληνικά.

workaholic adjective noun γραμματική

A person who feels compelled to work excessively. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εργασιομανής

    adjective

    person [..]

    You're a workaholic at such an advanced stage that your intimacy skills have withered away to almost nothing.

    Είσαι ένας εργασιομανής, σε τόσο προχωρημένο στάδιο που αδυνατείς να κάνεις οποιαδήποτε στενή σχέση.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " workaholic " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "workaholic" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη