Μετάφραση του "workaround" σε Ελληνικά

Οι καβάτζα, πισινή, φόρμουλα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "workaround" σε Ελληνικά.

workaround noun γραμματική

A means of overcoming some obstacle, especially an obstacle consisting of laws, regulations, or constraints. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • καβάτζα

  • πισινή

    adjective
  • φόρμουλα

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • εναλλακτική
    • λύση μπάλωμα
    • παράκαμψη (διαδικασίας, εμποδίου)
    • πρόχειρη λύση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " workaround " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "workaround" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη