Μετάφραση του "beherrscht" σε Ελληνικά
Οι ήρεμος, κατεχόμενος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "beherrscht" σε Ελληνικά.
beherrscht
adjective
verb
γραμματική
ohne mit der Wimper zu zucken (fig.) (umgangssprachlich)
-
ήρεμος
adjective -
κατεχόμενος
Warum beherrschen die meisten Menschen keine einzige Fremdsprache?
Γιατί οι περισσότεροι άνθρωποι δεν κατέχουν ούτε μια ξένη γλώσσα;
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " beherrscht " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "beherrscht" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
άρχω · αναμένω · δεσπόζω · διευθύνω · διοικώ · ελέγχω · εξουσιάζω · κατέχω · κατακτώ _ κάνω κάτι καλά · κουμαντάρω · κυβερνάω · κυβερνώ · κυριαρχώ σε · περιμένω · συγκρατώ
-
αυτοσυγκρατούμαι
-
ανδροκρατούμενος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη