Μετάφραση του "beherrschen" σε Ελληνικά
Οι κυβερνώ, κατέχω, δεσπόζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "beherrschen" σε Ελληνικά.
geltend machen (Einfluss) [..]
-
κυβερνώ
verbBald werde ich die ganze Welt beherrschen.
Σύντομα θα κυβερνώ όλον τον κόσμο.
-
κατέχω
verbWarum beherrschen die meisten Menschen keine einzige Fremdsprache?
Γιατί οι περισσότεροι άνθρωποι δεν κατέχουν ούτε μια ξένη γλώσσα;
-
δεσπόζω
verbEs stellt sich jedoch die Frage, ob der öffentliche Sektor auch weiterhin den Fischereisektor beherrschen sollte.
Το ερώτημα είναι, ωστόσο, εάν ο δημόσιος τομέας πρέπει να εξακολουθήσει να δεσπόζει στον αλιευτικό τομέα.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- εξουσιάζω
- αναμένω
- περιμένω
- κατακτώ _ κάνω κάτι καλά
- κουμαντάρω
- κυριαρχώ σε
- συγκρατώ
- άρχω
- ελέγχω
- κυβερνάω
- διευθύνω
- διοικώ
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " beherrschen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
"Beherrschen" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Beherrschen στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Φράσεις παρόμοιες με "beherrschen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αυτοσυγκρατούμαι
-
ανδροκρατούμενος
-
ήρεμος · κατεχόμενος