Μετάφραση του "beherzt" σε Ελληνικά

Οι τολμηρός, θαρραλέος, γενναίος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "beherzt" σε Ελληνικά.

beherzt Adjective γραμματική

ordentlich (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • τολμηρός

    adjective
  • θαρραλέος

    adjective masculine

    All die Mitarbeiter haben die beherzte, junge Freiwillige kennen gelernt.

    Όλο προσωπικό άρχισε να γνωρίζει αυτή τη θαρραλέα, νεαρή εθελόντρια.

  • γενναίος

    adjective masculine
  • ανδρείος

    Adjective masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " beherzt " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "beherzt" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη