Μετάφραση του "Beherrschung" σε Ελληνικά

Οι έλεγχος, αυτοκυριαρχία, δεξιοτεχνία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Beherrschung" σε Ελληνικά.

Beherrschung noun feminine γραμματική

z.B. über Personal

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • έλεγχος

    noun

    Sind derartige Rechtsansprüche nicht vorhanden, gestaltet sich der Nachweis der Beherrschung schwieriger.

    Εν απουσία νομικών δικαιωμάτων, είναι περισσότερο δύσκολο να αποδειχτεί ο έλεγχος.

  • αυτοκυριαρχία

    Noun

    Und du wirst dir auch nie mehr Vorwürfe machen müssen, weil du die Beherrschung verloren hast.

    Ποτέ δεν θα νοιώσετε ενοχή επειδή χάσατε την αυτοκυριαρχία σας.

  • δεξιοτεχνία

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Beherrschung " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "Beherrschung" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Beherrschung" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη